• Εκτύπωση

15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ  ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 

Είναι γνωστό ότι αμέσως μετά τον θάνατο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κατ’ εντολήν του ιδίου, παρέλαβε την Παναγία Μητέρα Του ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εις τα ίδια,δηλαδή στο σπίτι του, όπου διέμενε αυτός με τον αδελφό του Ιάκωβο και την μητέρα τους, την Σαλώμη, στενή συγγενή της Θεοτόκου. Εκεί έμεινε η Παναγία και μετά την κατάβαση του Αγίου Πνεύματος – δηλ. την ημέρα της Πεντηκοστής – αλλά και κατά τους ειρηνικούς καιρούς της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων όσο και κατά την διάρκεια των διωγμών της.

Είναι γνωστό ότι αμέσως μετά τον θάνατο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κατ’ εντολήν του ιδίου, παρέλαβε την Παναγία Μητέρα Του ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εις τα ίδια,δηλαδή στο σπίτι του, όπου διέμενε αυτός με τον αδελφό του Ιάκωβο και την μητέρα τους, την Σαλώμη, στενή συγγενή της Θεοτόκου. Εκεί έμεινε η Παναγία και μετά την κατάβαση του Αγίου Πνεύματος – δηλ. την ημέρα της Πεντηκοστής – αλλά και κατά τους ειρηνικούς καιρούς της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων όσο και κατά την διάρκεια των διωγμών της.Είναι γνωστό ότι αμέσως μετά τον θάνατο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κατ’ εντολήν του ιδίου, παρέλαβε την Παναγία Μητέρα Του ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εις τα ίδια,δηλαδή στο σπίτι του, όπου διέμενε αυτός με τον αδελφό του Ιάκωβο και την μητέρα τους, την Σαλώμη, στενή συγγενή της Θεοτόκου. Εκεί έμεινε η Παναγία και μετά την κατάβαση του Αγίου Πνεύματος – δηλ. την ημέρα της Πεντηκοστής – αλλά και κατά τους ειρηνικούς καιρούς της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων όσο και κατά την διάρκεια των διωγμών της.

Εκεί γνωστοποίησε την επικείμενη κοίμησή της. αμέσως ξέσπασαν θρήνοι από τις γυναίκες που βρίσκονταν γύρω της. Αλλά η Παναγία μας τους παρηγόρησε όλους, υπενθυμίζοντας ότι μεταβαίνει στον Κύριό της και τον Υιό της, βεβαιώνοντας ότι δίπλα Του δεν θα παύσει ποτέ από το να πρεσβεύει πάντοτε για την σωτηρία των αμαρτωλών και την ενίσχυση των θλιμμένων και εγκαταλελλειμένων. Έπειτα πήρε τους δύο χιτώνες της – αυτούς είχε μόνο σαν περιουσία στον κόσμο η Δέσποινα – και τους έδωσε ανά ένα σε δύο φτωχές χήρες, οι οποίες ήταν γείτονισες και τον περισσότερο καιρό τον περνούσαν δίπλα της.

Κατά δε την τρίτη μέρα από την πρόρηση του αγγέλου, λίγο πριν την κοίμησή της, συνέβη, κατά την παράδοση, γεγονός από τα πλέον θαυμάσια! Οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλ’ οι περισσότεροι απ’αυτούς βρίσκονταν σε μακρυνούς τόπους κηρύττοντας και αγωνιζόμενοι για την εξάπλωση του Ευαγγελίου. Ξαφνικά όμως δύναμη πνεύματος αγίου, με σχήμα σαν από σύννεφο, τους άρπαξε και τους συνάθροισε όλους γύρω από το κρεββάτι πάνω στο οποίο βρισκόταν η Θεοτόκος, περιμένοντας την στιγμή που θα έφευγε από αυτόν τον κόσμο. Και τότε κάτι το θαυμαστό έγινε εκεί. Η θλίψη, η οποία είχε κυριαρχήσει για λίγο, υποχώρησε σε ένα χείμαρρο θείας χαράς, η οποία δρόσιζε υπερφυσικά όλες τις ψυχές αυτώ που βρίσκονταν εκεί. Οι Απόστολοι, των οποίων η πιο φλογερή επιθυμία ήταν, καθώς έλεγε ο Παύλος να πεθάνουν για να είναι μαζί με τον Χριστό, ζήλευαν κατά κάποιο τρόπο, την υπέρτατη ευτυχία της Παναγίας Μητέρας Του, η οποία πήγαινε προς Αυτόν, ο δε καθένας απ’ αυτούς της έλεγε λόγους ιδιαίτερους, με την παράκληση να τους μεταδώσει με το δικό της στόμα προς τον Διδάσκαλο και Σωτήρα Τους.

Όταν δε το σωματικό της σκήνωμα κοιμήθηκε και τα μάτια της έκλεισαν, τότε σήκωσαν το κρεββάτι, πάνω στο οποίο αναπαυόταν το σεπτό της λείψανο, αυτοί οι Άγιοι Απόστολοι, και το μετέφεραν στη Γεθσημανή, όπου ήταν έτοιμο το μνήμα για να την δεχθεί. Και ενώ η αγία εκείνη συνοδεία πορευόταν άλλοτε μεν ψάλλοντας, άλλοτε δε με σιωπή, ακουγόντουσαν ύμνοι αγγελικοί να έρχονται από ψηλά, διαλαλόντας την χαρά και την αγαλλίαση, την οποία αισθάνονταν οι ουρανοί οι οποίοι έμελλαν να δεχθούν την Μητέρα του Βασιλιά τους.

Καθ’ οδόν όμως τους συνάντησε μια ομάδα Ιουδαίων. Και καθώς πληροφορήθηκε, ότι το λείψανο αυτό ανήκε στη μητέρα του Ιησού, ο φανατισμός τους άναψε τόσο που θέλησαν να σταματήσουν το κρεββάτι, που μετέφερε τη Θεοτόκο. Αλλά, μόλις πλησίασαν, η θεία δίκη τους χτύπησε! Οι ανόσιοι δράστες της απόπειρας αυτής έμειναν αμέσως τυφλοί! Ενός, δε, ο οποίος ήδη είχε ακουμπήσει το λείψανο, του κόπηκαν με αόρατη πληγή τα χέρια του!

Το θαύμα αυτό τους έκανε να καταλάβουν το φρικτό λάθος τους. Με δάκρυα στα μάτια και γεμάτοι μετάνοια, ζητούν συγγνώμη και ομολογούν τον Χριστό. Και το θείο έλεος εκδηλώθηκε αμέσως με όλη την επιείκια και την αγάπη. Των τυφλών τα μάτια αμέσως άνοιξαν, του δε άλλου τα χέρια αποκαταστάθηκαν αμέσως όπως πρώτα.

Κατόπιν η συνοδεία κατέβηκε στη κοιλάδα του Ιωσαφάτ, η οποία ονομάζεται και κοιλάδα Ιωσαφάτ ή κοιλάδα του κλαυθμώνος, ή κοιλάδα της Γεθσημανής. Και σαν έφτασαν στο χωριό Γεθσημανή, στο μέσο μιας χαράδρας, μεταξύ του όρους Μόριον και του όρους των Ελαιών, εκεί μέσα σ’ ένα λαξευτό τάφο, ενταφίασαν το πανάγιο σκήνωμα της Θεοτόκου.

Κατά την ιστορία, την οποία βεβαιώνει η παράδοση, με θεία οικονομία, έκανε ώστε ένας από τους Αποστόλους, ο Θωμάς και σ’αυτήν την περίσταση, να μην παραβρίσκεται στη σύναξη των άλλων Αποστόλων. ¨Εφτασε όμως και αυτός μετά τρεις μέρες και παρεκάλεσε του άλλους Αποστόλους να τον συνοδεύσουν ως τον τάφο, για να προσκυνήσει το άγιο σώμα της Θεοτόκου. Έτσι κι έγινε, αλλά όταν άνοιξαν τον τάφο, μεγάλη κατάπληξη και θαυμασμός τους κυρίευσε όλους. Το σώμα έλειπε και στο μνήμα κείτονταν μόνο το σεντόνι που είχαν τυλίξει το σώμα της Παναγίας. Η Παναγία αναστήθηκε και σωματικά αναλήφθηκε από την γη στους ουρανούς.

Πάνω στον τάφο της Θεοτόκου, και αφού έφυγαν τα βράχια που τον κύκλωναν, σηκώθηκε μεγαλοπρεπής ναός, ο οποίος αποδίδεται στην Αγία Ελένη μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Σωζόταν δε ο ναός ακέραιος μέχρι τον 11ο αιώνα. Κατά τον δωδέκατο αιώνα, η κόρη του Βαλδουϊνου του Β’ Μελισσενδή, επισκεύασε τα μέρη του ναού που είχαν πάθει ζημίες από τις διάφορες επιδρομές και διακόσμησε τους τοίχους με ζωγραφιές.

Στο Ναό αυτό που αποτελεί προσκύνημα, το οποίο εμείς μεν ονομάζουμε απλώς Γεθσημανή, οι δε ντόπιοι Αραβόφωνοι χριστιανοί Σίτι Μαριάμ, κατεβαίνουμε με μια πλατιά σκάλα με 48 σκαλοπάτια. Έχει δε ο ναός σχήμα ελληνικού σταυρού και σχεδόν στο μέσο του, προς την ανατολή, βρίσκεται ο τάφος της Θεοτόκου. Εικοσιτέσσερα ασημένια καντήλια και λαμπάδες τον φωτίζουν μέρα νύχτα και κατά τις ιερουργίες χρησιμεύει ως Αγία Τράπεζα.

Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου θεσπίστηκε κατά τον έκτο (ς’) αιώνα επί αυτοκράτορα Μαυρικίου.